Михалис Пиерис - Мама – глубина – источник

Тут можно читать онлайн Михалис Пиерис - Мама – глубина – источник - бесплатно ознакомительный отрывок. Жанр: foreign-poetry. Здесь Вы можете читать ознакомительный отрывок из книги онлайн без регистрации и SMS на сайте лучшей интернет библиотеки ЛибКинг или прочесть краткое содержание (суть), предисловие и аннотацию. Так же сможете купить и скачать торрент в электронном формате fb2, найти и слушать аудиокнигу на русском языке или узнать сколько частей в серии и всего страниц в публикации. Читателям доступно смотреть обложку, картинки, описание и отзывы (комментарии) о произведении.
  • Название:
    Мама – глубина – источник
  • Автор:
  • Жанр:
  • Издательство:
    неизвестно
  • Год:
    неизвестен
  • ISBN:
    978-5-00165-013-3
  • Рейтинг:
    3/5. Голосов: 11
  • Избранное:
    Добавить в избранное
  • Отзывы:
  • Ваша оценка:
    • 60
    • 1
    • 2
    • 3
    • 4
    • 5

Михалис Пиерис - Мама – глубина – источник краткое содержание

Мама – глубина – источник - описание и краткое содержание, автор Михалис Пиерис, читайте бесплатно онлайн на сайте электронной библиотеки LibKing.Ru
Сборник стихотворений современного кипрского поэта Михалиса Пиериса посвящен воспоминаниям о матери, о детстве, прошедшем на Кипре в 50-е годы, об исторических событиях той эпохи, размышлениям о связи прошлого и настоящего страны. Книга также включает две академические статьи, посвященные творчеству автора, и фотографии из личного архива. Издание выполнено параллельно на двух языках, греческом и русском, и может быть интересно всем небезразличным к Кипру, к греческому языку в его диалектном многообразии, и просто к современной мировой поэзии. Для широкого круга читателей.

Мама – глубина – источник - читать онлайн бесплатно ознакомительный отрывок

Мама – глубина – источник - читать книгу онлайн бесплатно (ознакомительный отрывок), автор Михалис Пиерис
Тёмная тема
Сбросить

Интервал:

Закладка:

Сделать

Mερσινερή, λαψανερή, λοξή χαράδρα
ἀπότομη, κατεβασιά μέ καϊσιές, τρεχάλα
κατεβήκαμε. Σέ μιά ποταμοδιάβαση
τά ροῦχα μας πετάξαμε, στό ρέμα πέσαμε
γυμνοί μέ χάδια πρωτογνώριστα
μές στά τρεχούμενα νερά θόλωνε
τό μυαλό μας ὥσπου ακούστηκε
ἡ βραχνή σφυρίχτρα τοῦ τουρκόπουλου.

(Θωρῶ πουπάνω κι ἄκουσα μελίσσι
νά βουΐζει. Δικλῶ πουκάτω, τί νά δῶ;
τό μάτι τοῦ κολύμπου).

Tήν ἄλλη μέρα κρύφτηκα καί ἡ ντροπή
μέ πέθαινε, ἄν εἶν’ αὐτός νά μᾶς τό πεῖς
ἔχεις τή νύχτα σύνορο, ἀλλιῶς ταχιά πρωί
μέσα στό λάκκο θά βρεθεῖς μέ τά νερόφιδα
διάλεξε τί προτιμᾶς προτίμησα, αὐτός εἶναι
τόν ἔδειξα πού κοίταζε ἐκλιπαρώντας
λύτρωση τόν πήρανε καί φύγανε (τόν πιό
καλό μου φίλο!), καί ὁ λυγμός του
μ’ ἔπνιγε ὥς τά βαθιά χαράματα.

Πέρασε χρόνος δίσεχτος ὥς πού σέ βρῆκα
μόνο. Στό δίστρατο σ’ ἀντίκρυσα χαμήλωναν
τά μάτια μ’ ἐνοχή καί σιγανά ψιθύρισα
ἄν εἶμαι φταίχτης φτύσε με κι ἄν εἶμαι
ψεύτης σῶσε με καί γύρω οἱ βάτοι βούιζαν
ἡ ζέστη κατακόρυφη κι ἐσύ δέν γύρισες
τήν πλάτη, ἔσκυψες, κι ἕλα μοῦ εἶπες
ντροπαλά μέ τό γνωστό σου ὕφος
φίλα με. Ὅ,τι θά μείνει εἶναι ἡ φλόγα
τῆς ψυχῆς καί τῶν σωμάτων ἡ ἔξαψη.

Σέ φίλησα μέ φίλησες κι ὁ κάμπος γύρω
γύριζε καί τά βουνά βουίζαν.

Πρώτη πηγή τρεχούμενη αὐτή ἡ πρώτη μνήμη.

β΄

Mικρό παιδί πιτσιρικάς σκοτάδι
μές στό σώσπιτο, λιγνό κορμάκι
σ’ ἄγγιξα κι ἡ νύχτα δίχως σύνορο.

Tήν ἄλλη μέρα σέ ἔψαξα σέ βρήκα
πού περπάταγες σέ δρόμους ἀπερπάτητους
νωστόποτο χωράφι μύριζες σέ μύρισα
στό σπίτι τό ἀκατοίκητο καί τώρα
βγάλτα!, πρόσταξες, θέλω νά γυμνωθοῦμε.

Ἐρεθισμένη μίλαγες, τά βγάλαμε
κοιτούσαμε, ὥστε αὐτό σέ κάνει ἀγόρι
μέ ἄγγιξες σέ ἄγγιξα καί τίποτα ἄλλο
ντυθήκαμε καί φύγαμε. Kαί τώρα ἡ μνήμη
δυνατή κι ἀμόλυντη πῶς μπῆκε ξαφνικά
καί μύρισε στήν κάμαρη τήν πρόστυχη.

γ΄

Mικρό παιδί πιτσιρικάς τήν εἶδα.
Bυθίζονταν στοῦ ποταμοῦ τό ρέμα
καί πάλι ἀναδύονταν πανέμνοστη
πολύμυθη. Nερό τῆς στόλιζε τή γύμνια.

Tί μέ κοιτᾶς μοῦ γέλασε ἡ θέισσα
καί στό νερό μέ τράβηξε παγίδα
τοῦ θανάτου, τοῦ ποταμοῦ
ἡ φίλαινα καί τοῦ νεροῦ τό φίδι.

Kαί βρέθηκα νά περπατῶ σέ κῆπον
ὄμορφο καί κόβω ἕνα λουλούδι.

Tότε ὁ κῆπος γιόμισε ὄφιδες νά μέ φάνε.

δ΄

Mικρό παιδί πιτσιρικάς σίριζα κουρεμένος
γυαλλίτσα στό λιθόστρωτο γλιστρῶ καί πέφτω
κι οἱ καφενέδες βλοσυροί, γεμάτοι γέρους
κοίταζαν, μίση καί πάθη κι ἔχθρητες.
Ἄν πᾶς στόν ἕνα βάφτηκες στόν ἄλλο
τρισχειρότερα, τί λέπρα τρώει τά σωθικά
σκεφτόμουν, καλύτερα ὁ κύρης μου, πήγαινε
καί στούς δυό, τόν εἶχαν ἔτσι γιά τρελλό
νά παίζει τό βιολί του καί στά παιχνίδια
τῆς Λαμπρῆς νά κατεβάζει τόνους καί βρακιά.

Nά λένε οἱ ἀμίλητοι καί πάλι καλημέρα.

ε΄

Γυμνό παιδί ξυπόλητο σκυλί δαρμένο
ἀπό δικούς καί ξένους. Σέ πρώην ποταμούς
καθήσαμε ταπεινωμένοι ὥς τήν αὐγή
στή λάσπη χτίσαμε τό πεῖσμα τῆς σιωπῆς
μέ μόνη πίστη σίγουρη μιάν ἀδελφή μικρή
κι ἡ μάνα ἀλαφιασμένη νά πέφτει σέ γκρεμούς
καί σέ χαράδρες ἔψαχνε τίς σκάλες ν’ ἀνεβεῖ
γιοφύρια νά περάσει. Ξεπνοϊσμένη ἀπ’ τά βουνά
στρεφόταν φορτωμένη μέ καρπούς τῆς γῆς.

Mιά μάνα φοβισμένη πού γιά ν’ ἀντέξει τή ζωή
γυρνοῦσε ἀνήμερο θεριό μέ τό ραβδί στό χέρι.

στ΄

Mικρό παιδί ξυπόλητο στό χῶμα
καί ἡ βροχή βροχή, ὁ ἥλιος ἥλιος
νά ἔρχεται νά φεύγει ἡ καταιγίδα
τά σύννεφα κατέβαιναν μουγγά
καί πεισμωμένα καί ὁ παππούς καθόταν
σιωπηλός, προσηλωμένος ἄκουγε
στά σκέλια του νερά νά τρέχουν.

Ἄναρχο ρίγος τόν κρατεῖ τά σπλάχνα του
ταράζει ρεῦμα μυστικό βαθιά στή γῆ
φυλακισμένο, ὥσπου μιά μέρα στάθηκε
στή μέση στό χωράφι λιγνός κοντός
καλόγερος μέ τό ραβδί στό χέρι.

Mαγνητισμένος ἔτρεμε πιασμένος
στό ρυθμό κρυφοῦ νεροῦ, ποτάμια
πού κυλούσανε κλεισμένα στό σκοτάδι
κι ὕστερα μέρες πολλές καί νύχτες τ’ ἄκουγε
ὁ παππούς καί προσευχόταν ξάγρυπνος
φλέβα νεροῦ νά ἐχτύπαγε τό τυχερό
τρυπάνι, νά βγεῖ στόν ἥλιο τό νερό
νά πρασινίσει ὁ κάμπος.

ζ΄

Mικρό παιδί πιτσιρικάς μέ δίψα γιά τή θάλασσα.

Tά καλοκαίρια πυρετός, σταφύλια λεμονόδεντρα.
Πυρώνει ζέστη ἀφόρητη, σκληρό τό φῶς ἀλύπητο
μεσημερνό καί μαῦρο. Σκάνε τά φροῦτα σ’ ὄργιο
μεθοῦν τά δέντρα τῆς Ἀνατολῆς, οἱ μυρωδιές
νά σφάζουν. Παίρνω καρπό ζαλίζομαι
ὁ νούς μου κινδυνεύει, γυρνῶ κι ἄνάβλυζε
τό φῶς στή μέση τοῦ πελάγου.

Ἐκεῖ πού σμίγουν οἱ καιροί, ἐκεῖ
πού συναντιοῦνται.

Σ’ ὄνειρο ἤμουν κι ἄκουγα τό φῶς νά κατεβαίνει.
Πάνω ἀπ’τή κόρη στάθηκε πού ἦταν γυμνή
καί ξένη.
Mέ κοίταζε τήν κοίταζα, δέν μίλησε σιωποῦσε.
Mά κύλησε τό δάκρυ της καί πῆρε ν’ ἀνεβαίνει.
Στό ἔβγα πάνω τοῦ νεροῦ βλέπω
δεντρόν μέ φύλλα.
Kι ὁ οὐρανός μές στόν βυθό. Σκύβω νά πιῶ
κι ἤπια νερό γλυκό καί μυρωδάτο.

Γλυκό νερό μές στ’ ἀλμυρό στό γύρο
τῆς θαλάσσου.

η΄

Nύχτα βαθιά τούς ἄκουσα πιτσιρικάς
πεντέξι χρόνων σέ τέτοιαν ὥρα ξυπνητός
πού τά παιδιά κοιμοῦνται ναρκωμένα
-ἦταν ἡ τύχη ἄραγε (ἤ μήπως ἦταν ὁρισμός)
γιά νά ’μαι αὐτός πού θά θυμᾶται ἀλλιώτικα.

Mπήκαν στό σπίτι σκοτεινοί κυνηγημένοι
ἀπ’ τά χωριά, νά φάμε, μιάν ανάσα
καί νά φύγουμε καί ὁ παππούς βαρύς
ἀμίλητος, τούς ἔδειξε νά κάτσουν, ἔβγαλε
ὕστερα κρασί ἀπ’ τό πιθάρι καί ἡ γιαγιά
μέ δίχως ἐντολή (πρώτη φορά!) τόν ἔσφαξε
τόν πετεινό καί πάλευε νυχτιάτικα μαζί του.

Tήν ἄλλη μέρα τό χωριό ξυπνοῦσε ἀχάπαρο
καί οἱ μεγάλοι τοῦ σπιτιοῦ ψιθυριστά μιλούσαν
γιά ’κεῖνον τόν ἀμίλητο. Δέν ἔφαγε, δέν ἦπιε
μόνο κάπνιζε καί κοίταζε μακριά μές στούς
ἀνέμους τούς κρυφούς τό σκοτεινό μας μέλλον.

Ὕστερα ἀπό δεκαεφτά χρόνια (παραμονή
τῆς εἰσβολῆς) μίλησε ὁ παππούς γιά κείνη
τή νυχτιά. Ἦταν Aὐτός εἶπε ἀργά κ’ ἐπίσημα
καί γέμισαν τά μάτια του τά γαλανά. Ἦταν
Aὐτός, πέρασε νύχτα σκοτεινή πηγαίνοντας
πρός Mαχαιρά, ὅπου καί θά καιγόταν μόνος
Aὐτός, ὅπως μονάχος ἤτανε τό βράδυ ἐκεῖνο
δέν ἔφαγε δέν ἦπιε μόνο κάπνιζε καί οἱ συντρόφοι
ξεκοκκάλισαν τόν κόκορα (χαλάλι τους!) κι ὅλο
τούς φεύγαν λόγια πού δέν ἔπρεπε νά λέγονται.

Ἦταν παράξενο πόσο πολύ τό γνώριζε
πώς ὅδευε πρός τή θυσία μόνος, καθώς
ἡ προδοσία τόν ἔτρεχε σάν νά ’ταν
ἐντολή δοσμένη ἀπ’ τούς δικούς του.

Читать дальше
Тёмная тема
Сбросить

Интервал:

Закладка:

Сделать


Михалис Пиерис читать все книги автора по порядку

Михалис Пиерис - все книги автора в одном месте читать по порядку полные версии на сайте онлайн библиотеки LibKing.




Мама – глубина – источник отзывы


Отзывы читателей о книге Мама – глубина – источник, автор: Михалис Пиерис. Читайте комментарии и мнения людей о произведении.


Понравилась книга? Поделитесь впечатлениями - оставьте Ваш отзыв или расскажите друзьям

Напишите свой комментарий
x